Υπερκινητικότητα

Το παιδί μου μπορεί να είναι υπερκινητικό;

Υπάρχουν παιδιά που είναι ήσυχα. Υπάρχουν παιδιά που είναι ζωηρά. Αλλά υπάρχουν και παιδιά που δεν πιάνονται με τίποτα.

alt

Η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής - Υπερκινητικότητα (ΔΕΠ-Υ) σαν διάγνωση αποτελεί ένα πεδίο αντικρουόμενων αντιλήψεων και προκαταλήψεων στον χώρο της ψυχικής υγείας.

Μέσα στις δύο τελευταίες δεκαετίες διάφορες έρευνες επισημαίνουν μια σημαντική αύξηση στη διάγνωση της ΔΕΠ-Υ. Στις ΗΠΑ, ένα με δύο παιδιά σε κάθε σχολική τάξη έχουν τη διάγνωση της Υπερκινητικότητας και λαμβάνουν την αντίστοιχη φαρμακευτική αγωγή. Αλλά και στην Ευρώπη, και στην Ελλάδα ακόμα, φαίνεται πως όλο και περισσότερα ζωηρά παιδιά διαβαίνουν τις πύλες των ΚΕΔΔΥ και των Ιατροπαιδαγωγικών Κέντρων με το ερώτημα μήπως είναι υπερκινητικά.

Τα ταξινομητικά συστήματα βάσει των οποίων θέτει ο ειδικός τη διάγνωση της ΔΕΠ-Υ βασίζονται σε περιγραφές της συμπεριφοράς, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη σε σχέση με το στατιστικώς φυσιολογικό, ή θεωρούμενο κανονικό. Η διάγνωση δηλαδή δεν έχει να κάνει με την αιτία της Υπερκινητικότητας, η οποία παραμένει άγνωστη. Οι εξηγήσεις όμως, γιατί ένα παιδί να είναι τόσο ζωηρό, μπορεί να ποικίλουν...

Ως μια διάγνωση που αφορά τη συμπεριφορά και όχι μία σωματική διαταραχή, τα παιδιά με τη διάγνωση της ΔΕΠ-Υ παρακολουθούνται από ειδικούς στο χώρο της ψυχικής υγείας (παιδοψυχίατρο, παιδοψυχολόγο) και όχι από τον παιδίατρο. Η θεραπευτική ομάδα καλείται πρώτα απ' όλα ν' απαντήσει στην ερώτηση:

-Ποιο είναι το οικογενειακό και το σχολικό πλαίσιο εντός του οποίου ένα παιδί εμφανίζει δυσκολίες συμπεριφοράς; Πόσο το πλαίσιο αυτό βοηθά, ή δυσκολεύει το παιδί, ώστε να τα καταφέρει;

Σύμφωνα με τα κριτήρια της ΔΕΠ-Υ, ένα παιδί που συμπεριφέρεται σαν υπερκινητικό δεν μπορεί να καθίσει στην καρέκλα του παραπάνω από λίγα λεπτά. Κάνει συνέχεια ζημιές. Ζαλίζει τους γονείς του επειδή βρίσκεται συνέχεια παντού. Δεν προσέχει όσα του λένε. Πετάγεται χωρίς να σκεφτεί. Μπαίνει σε κίνδυνο παραγνωρίζοντας τις συνέπειες. Αψηφά συχνά τους κανόνες, όχι σαν επαναστάτης αλλά περισσότερο επειδή φαίνεται να τους έχει ξεχάσει.

Το όριο ανάμεσα στη ζωηράδα και την υπερκινητικότητα καθορίζεται από τις επιστημονικές, πολιτισμικές και κοινωνικές προκαταλήψεις. Όσο κυλά ο χρόνος φαίνεται ότι το όριο αυτό μετατοπίζεται σε βάρος της κανονικότητας. Η ΔΕΠ-Υ στις δυτικές χώρες διαγιγνώσκεται με ρυθμούς επιδημίας. Τα ΜΜΕ μας βομβαρδίζουν με μελέτες που ισχυρίζονται ότι υπάρχει ένα γενετικό υπόβαθρο για κάθε είδους "παθολογική" συμπεριφορά. Είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε ότι:

  • Η έννοια της υπερκινητικότητας δεν συνδέεται απαραίτητα με μια διαταραχή. Ένα παιδί μπορεί να είναι απρόσεκτο, ανήσυχο και εξαντλητικά ζωηρό για ποικίλους λόγους, όπως για παράδειγμα επειδή αισθάνεται άγχος σε ένα ανοίκειο, άγνωστο περιβάλλον (όπως π.χ. στο εξεταστικό γραφείο ενός ειδικού που δηλώνει πως είναι αυθεντία στη ΔΕΠ-Υ :-). Ένα παιδί μπορεί να φαίνεται υπερκινητικό στο σχολείο επειδή δεν καταλαβαίνει τίποτα από όσα ακούει και διαβάζει. Σε μια οικογένεια όπου όλοι τρέχουν συνέχεια κι όλα μπερδεύονται, μοιάζει ίσως δύσκολο ένα παιδί να κάθεται και να παίζει κάπου ήρεμα. Η διατροφή, τα παιχνίδια στον υπολογιστή και η τηλεόραση φαίνεται να παίζουν καθοριστικό ρόλο στη συμπεριφορά και το συναίσθημα ενός παιδιού.

Μια απλή εξήγηση για τη δυσκολία στην συγκέντρωση είναι ότι κάθε παιδί έχει τους δικούς του ρυθμούς ωρίμανσης. Έχει φανεί, και εμπειρικά αλλά και μέσα από μελέτες, ότι το νευρικό σύστημα στα αγόρια ωριμάζει με πιο αργό ρυθμό από ότι στα κορίτσια. Είναι επόμενο λοιπόν, αρκετά αγόρια στο σχολείο να δυσκολεύονται σε γνωστικές δεξιότητες σε σχέση με το άλλο φύλο. Ακόμα και ο μήνας που γεννήθηκε ένα παιδί, αν κέρδισε χρονιά ας πούμε, μπορεί να παίζει σημαντικό ρόλο για το αν τα καταφέρνει ή όχι στο σχολείο, σε σύγκριση με τα άλλα παιδιά της τάξης, και αν έχει ενδιαφέρον για τα μαθήματα. Η προσωπική μου εμπειρία έχει δείξει ότι η υπερκινητικότητα συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με το συναίσθημα, με τη σχέση που έχει αναπτύξει το παιδί με τον παιδαγωγό ή τον γονιό του.

Σήμερα, στους ιατρικούς κύκλους επικρατεί η βιολογική θεώρηση για τη ΔΕΠ-Υ. Εικάζεται δηλαδή πως αποτελεί μια δυσλειτουργία στην παραγωγή μιας χημικής ουσίας σε μια περιοχή του εγκεφάλου. Δεν υπάρχει όμως κανένα ερευνητικό βιοχημικό μοντέλο ικανό να περιγράψει ή ν' αποδείξει μια τέτοια θεωρία.

Θα ήταν καλό να ζητήσετε βοήθεια όταν η συμπεριφορά αυτή δυσκολεύει το παιδί τόσο ώστε:

  • να μην μπορεί να παρακολουθήσει το μάθημα και τις δραστηριότητες της τάξης του
  • να μην τα καταφέρνει να συμμετέχει σε ομαδικά παιχνίδια με τα άλλα παιδιά
  • να προκαλεί επίμονα και σταθερά δυσκολίες στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας
  • να αισθάνεται ματαίωση σε όσα προσπαθεί να πετύχει και να πιστεύει πως είναι ανεπαρκές


Σε κάθε περίπτωση θα πρότεινα να είμαστε επιφυλακτικοί με την ίδια τη διάγνωση. 

Συνήθως, σε παιδιά που δυσκολεύονται για διάφορους λόγους να μελετήσουν, προτείνω να έχουν συχνά διαλείμματα και, να περιοριστούν όσο είναι δυνατόν τα ερεθίσματα στο δωμάτιο μελέτης. Θέλω να πω, να μην υπάρχει τίποτα άλλο στο τραπέζι εκτός από το βιβλίο μελέτης, το δωμάτιο να είναι τακτοποιημένο και βέβαια να είναι μακριά παιχνίδια, τηλεόραση, υπολογιστής κτλ. Φαίνεται να βοηθά επίσης, να δίνουμε όσο γίνεται περισσότερα ερεθίσματα σε σχέση με το αντικείμενο της μελέτης (π.χ. χρώματα και σχέδια σε σχέση με όσα γράφουμε ή περιγράφουμε, παντομίμα, θέατρο, εικόνες και βίντεο στον υπολογιστή).

Μέσα από έναν διάλογο στο σχολείο και την οικογένεια θα μπορούσαν ενδεχομένως να προκύψουν χρήσιμες ιδέες. Έχει πάντως διαπιστωθεί ότι η σωματική τιμωρία δεν είναι αποτελεσματική.

Παρότι θεωρείται ότι τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη ΔΕΠ-Υ είναι αποτελεσματικά, τα τελευταία δεδομένα δεν φαίνεται να συμφωνούν:

Η μελέτη ΝΙΜΗ ΜΤΑ (Jehnsen et al, Journal of American Academy of Child & Adolescent Psychiatry, 2007) που είναι η μόνη, προς το παρόν, η οποία έχει εξετάσει τη δράση των φαρμάκων για τη ΔΕΠ-Υ σε βάθος χρόνου, έδειξε ότι τρία χρόνια μετά δεν υπήρχαν ιδιαίτερες διαφορές ανάμεσα στην ομάδα των παιδιών που πήραν φαρμακευτική αγωγή, την ομάδα που μπήκε σε συμπεριφορική θεραπεία και σ' εκείνα τα παιδιά που ακολούθησαν άλλη φροντίδα εντός της κοινότητας. Στην αρχική φάση της έρευνας, κατά τους τέσσερις πρώτους μήνες, η ομάδα των παιδιών που λάμβανε φάρμακο είχε καλύτερες επιδόσεις στο θέμα της συγκέντρωσης. Το πρωτόκολλο αντιμετώπισης της ΔΕΠ-Υ στο Ηνωμένο Βασίλειο, από το 2008, περιγράφει ότι η χορήγηση φαρμάκου δεν είναι πρώτη επιλογή αλλά θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε σοβαρές περιπτώσεις. (Σχετικό άρθρο: "Τα φάρμακα, εκείνοι που παράγουν διαγνώσεις και τα λεφτά")

Ένα εξαιρετικό ντοκιμαντέρ σχετικό με τη φαρμακευτική θεραπεία στη ΔΕΠ-Υ στις Ηνωμένες Πολιτείες, εγείρει σημαντικά ερωτήματα σε σχέση με όσα εκφράστηκαν παραπάνω. Μπορείτε να το παρακολουθήσετε εδώ.


Δημήτρης Φιλοκώστας, Παιδοψυχίατρος
Θεσσαλονίκη